Νέο Μουσείο Ακροπόλεως

Ο διευθυντής του μουσείου κατηγορήθηκε ότι έδρασε αντιδεοντολογικά και λανθασμένα, αποκρύπτοντας ένα ιστορικό γεγονός. . Τέλος άνοιξε στο κοινό στις 21 Ιουνίου 2009.

Η αντιδράσεις μάλιστα αυξήθηκαν καθώς δεν είχε αρχικά ληφθεί πρόβλεψη για συντήρηση του αρχαιολογικού χώρου. Το μουσείο παρέχει ακόμη ένα αμφιθέατρο, θέατρο εικονικής πραγματικότητας, χώρο επισήμων και αίθουσα περιοδικών εκθέσεων. Η επιλογή ενός σημαντικού αρχαιολογικού χώρου για την κατασκευή του μουσείου προκάλεσε αντιδράσεις για την πιθανή καταστροφή των αρχαίων ευρημάτων.

Τα δύο κτήρια επί της οδού Διονυσίου Αρεοπαγίτου είναι αρχιτεκτονικής Αρ Ντεκό και Νεοκλασικού ρυθμού ενώ κάτοχος του ενός είναι ο συνθέτης Βαγγέλης Παπαθανασίου. Οι συλλογές του μουσείου εκτίθενται σε τρία επίπεδα ενώ ένα τρίτο μεσαίο επίπεδο στεγάζει τους βοηθητικούς χώρους όπως το εστιατόριο, το πωλητήριο και τα γραφεία.

Στο πρώτο επίπεδο του μουσείο παρουσιάζονται τα ευρήματα των κλιτών της Ακροπόλεως ενώ η μακριά ορθογώνια αίθουσα και το επικλινές δάπεδο παραπέμπουν στην ανάβαση στον βράχο. Μία από τις προτάσεις της κυβερνήσεως είναι η μεταφορά των κτηρίων σε άλλο οικόπεδο. Τέλος, η διεύθυνση του μουσείου κατηγορήθηκε ότι αφαίρεσε από ενημερωτικό βίντεο που προβαλλόταν σε χώρο του μουσείου, μέρος που απεικόνιζε τις καταστροφές που υπέστη ο Παρθενώνας κατά την μετατροπή του σε χριστιανικό ναό, έπειτα από απαίτηση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Η αίθουσα των γλυπτών του Παρθενώνα έχει τον ίδιο προσανατολισμό με τον ναό στον βράχο και η χρήση γυαλιού επιτρέπει το φυσικό φωτισμό του χώρου. Καθώς το μουσείο έχει κτιστεί σε έναν εκτενή αρχαιολογικό χώρο, το δάπεδο, εσωτερικά και εξωτερικά, είναι συχνά διαφανές χρησιμοποιώντας γυαλί και έτσι ο επισκέπτης βλέπει τις ανασκαφές του χώρου. Παρά ταύτα το μουσείο δεν είχε τις δυνατότητες έκθεσης πολλών νέων ευρημάτων που σταδιακά ανακαλύφθηκαν στον βράχο ώστε ήδη από την δεκαετία 1970-1980 εγέρθηκε το θέμα οικοδομήσεως νέου, μεγαλύτερου μουσείου Ακροπόλεως.

Έπειτα ο επισκέπτης βρίσκεται σε μία μεγάλη τραπεζοειδή αίθουσα όπου στεγάζονται τα εκθέματα της αρχαϊκής εποχής. Συντεταγμένες: 37°58′6″N 23°43′43″E / 37.96833, 23.72861 Το Mουσείο Ακρόπολης είναι αρχαιολογικό μουσείο επικεντρωμένο στα ευρήματα του αρχαιολογικού χώρου της Ακροπόλεως των Αθηνών.

Το νικητήριο σχέδιο του γαλλοελβετού αρχιτέκτονα Μπερνάρ Τσουμί προέβλεπε την στήριξη του κτηρίου σε υπερυψωμένους πυλώνες ώστε να διασωθεί ο αρχαιολογικός χώρος. Το μουσείο βρίσκεται στην νότια κλιτή της Ακροπόλεως, στο οικόπεδο του πρώην στρατοπέδου Μακρυγιάννη, σε ευθεία απόσταση 280 μέτρων από τον Παρθενώνα. Το μουσείο εξυπηρετείται από στον σταθμό «Ακρόπολη» της γραμμής 2 του Αττικού Μετρό. Το σχέδιο του Μπερνάρ Τσουμί εμπλέκει τρεις αρχιτεκτονικές συλλήψεις: το φως, την κίνηση και ένα τεκτονικό προγραμματισμό.

Περί τα 4.000 αντικείμενα εκτίθενται σε ένα χώρο 14.000 τετραγωνικών μέτρων. Το μουσείο κτίσθηκε για να στεγάσει κάθε αντικείμενο που έχει βρεθεί πάνω στον ιερό βράχο της Ακροπόλεως και στους πρόποδές του καλύπτοντας μία ευρεία χρονική περίοδο από την Μυκηναϊκή περίοδο έως την Ρωμαϊκή και Παλαιοχριστιανική Αθήνα ενώ ταυτόχρονα βρίσκεται πάνω στον αρχαιολογικό χώρο Μακρυγιάννη, κατάλοιπο των Ρωμαϊκών και πρώιμων βυζαντινών Αθηνών. Το μουσείο θεμελιώθηκε το 2003 ενώ ο Οργανισμός Μουσείου Ακρόπολης ιδρύθηκε το 2008.

Πρόεδρος του οργανισμού του μουσείου είναι ο επίτιμος καθηγητής Αρχαιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου, Δημήτριος Παντερμαλής. Το παλαιό μουσείο Ακροπόλεως, πάνω στον βράχο, ολοκληρώθηκε το 1874 και επεκτάθηκε την δεκαετία 1950-1960. Ο επισκέπτης όμως βλέπει τα τελευταία κατά την κάθοδο καθώς θα οδηγηθεί πρώτα στην αίθουσα των γλυπτών του Παρθενώνα ώστε να τηρηθεί η χρονολογική σειρά.

Η κύρια είσοδος του κτηρίου βρίσκεται επί της οδού Διονυσίου Αρεοπαγίτου ενώ το μουσείο περικλείεται από τις οδούς Μακρυγιάννη, Χατζηχρήστου και Μητσαίων. Καθώς όμως η Ελλάδα έθεσε έπειτα το ζήτημα της επιστροφής των μαρμάρων του Παρθενώνα από το Βρετανικό Μουσείο, η ανέγερση νέου μουσείου κρίθηκε επιτακτική. Έτσι, κηρύχθηκαν δύο εθνικοί διαγωνισμοί (1976 και 1979) οι οποίοι όμως απέτυχαν καθώς τα επιλεχθέντα προς ανέγερση οικόπεδα κρίθηκαν ακατάλληλα, ενώ ένας τρίτος διεθνής διαγωνισμός (1989) ακυρώθηκε το 1999 όταν ανακαλύφθηκε εκτενής αρχαιολογικός χώρος στο οικόπεδο του στρατοπέδου Μακρυγιάννη που είχε επιλεχθεί. Μόνον ο τέταρτος διεθνής διαγωνισμός πραγματοποιήθηκε τελικά αν και αρχικά δεν είχε ληφθεί απόφαση για διατήρηση του αρχαιολογικού χώρου η οποία όμως εφαρμόστηκε έπειτα από διαμαρτυρίες.

Αν και ακόμη εγείρεται το ζήτημα αν ένα ογκώδες κτήριο όπως το νέο μουσείο έπρεπε να κτισθεί τόσο κοντά στον βράχο της Ακροπόλεως, το γεγονός ότι το μουσείο κατασκευάστηκε αφήνοντας ανέπαφο σχετικά τα αρχαία ευρήματα αποσιώπησε τις αντιρρήσεις. Σημαντικές επιπλέον αντιδράσεις υπήρξαν κατά της απόφασης της κυβερνήσεως να κατεδαφισθούν δύο κτήρια σημαντικής αρχιτεκτονικής που εμποδίζουν την θέα προς τον βράχο και το Θέατρο του Διονύσου από το εστιατόριο του μουσείου. Στον ίδιο όροφο εκτίθενται ακόμη αντικείμενα και γλυπτά από άλλα κτήρια της Ακροπόλεως όπως τα Προπύλαια, το Ερέχθειο και ο Ναός της Αθηνάς Νίκης όπως επίσης και ευρήματα της Ρωμαϊκής και Πρώιμης Βυζαντινής Αθήνας.

 
?>