Αρχαιολογικό Μουσείο Κεραμεικού

καθώς και τμήμα ψηφιδωτού από το Πομπείο, του ίδιου αιώνα. Στην αγγειογραφία της περιόδου αυτής την γραμμική διακόσμηση διαδέχεται η ανθρωπόμορφη και ζωόμορφη απεικόνιση που αποτελούν, κατά τους ειδικούς, τις αρχές της εικονιστικής θεματογραφίας στην αττική κεραμική. Τέλος στη τέταρτη και τελευταία αίθουσα (βόρεια) ο θαυμασμός του κάθε επισκέπτη διαπιστώνεται έκδηλος προ των ευρημάτων της κλασσικής αγγειογραφίας με τη πλούσια αφηγηματική θεματολογία της εποχής εκείνης (θρηνωδίες, μύθοι θεών, ημιθέων και ηρώων που εναλλάσσονται) με την εισαγωγή των μελανόμορφων και ερυθρόμορφων αττικών αγγείων και άλλων ευρημάτων του καθημερινού βίου. .

Το εσωτερικό του Μουσείου αποτελούν τέσσερις περιμετρικές αίθουσες στο κέντρο των οποίων υφίσταται αίθριο. Στη πρώτη (ανατολική αίθουσα) συνεχίζεται η έκθεση επιτύμβιων και επιτάφιων μνημείων της αρχαϊκής γλυπτικής καθώς και επιτάφιες στήλες των κλασσικών χρόνων. Στο πρό του Μουσείου αύλειο χώρο υφίσταται στοά σχήματος Γ όπου φιλοξενούνται περισπούδαστα ταφικά μνημεία του 4ου αιώνα π.Χ.

Είναι ένα παραλληλόγραμμο ισόγειο νεοκλασσικό κτίσμα κατά διεύθυνση ανατολή - δύση, επί μικρού λόφου. Το Μουσείο αυτό χαρακτηρίζεται ως το αποκλειστικότερο και πλουσιότερο, κυρίως σε εκθέματα ταφικού χαρακτήρα, που θεωρούνται τα καλλίτερα του είδους απ΄ όλα τα εκτιθέμενα στην ελληνική επικράτεια. Στη τρίτη αίθουσα (δυτική) συνεχίζεται η έκθεση με αγγεία διαφόρων χρήσεων της πρωτογεωμετρικής περιόδου εποχής (1050-900 π.Χ) και στη συνέχεια της γεωμετρικής περιόδου (900-700 π.Χ.) η οποία και θεωρείται η πλέον αντιπροσωπευτική του Κεραμεικού.

Το Αρχαιολογικό Μουσείο Κεραμεικού βρίσκεται στο νοτιοδυτικό άκρο και εντός του αρχαιολογικού χώρου του Κεραμεικού στην Αθήνα, προς το τέλος της οδού Ερμού πριν τη συμβολή της με την οδό Πειραιώς, όπου και η είσοδός του. Στη συνέχεια στο αίθριο συνεχίζεται η έκθεση επιτάφιων μνημείων και βάσεων, νεότερης περιόδου των οποίων δεσπόζει ο μαινόμενος ταύρος , επιτάφιο μνημείο του Διονυσίου του Κολυτέως. Από τη δεύτερη αίθουσα (νότια) αρχίζει η έκθεση αγγείων και ταφικών κτερισμάτων της προϊστορικής κυρίως περιόδου (2.500-1000 π.Χ.).

 
?>